Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΠΟΡΕΙ Ν'ΑΛΛΑΞΕΙ ΚΕΜΑΛ



       
Στίχοι: Μανόλης Ρασούλης



















 Μουσική: Πέτρος Βαγιόπουλος




Ως και τ' αγάλματα
κάνουνε άλματα
Μ' αυτοί που ξέρουν δεν μιλάνε

Όλα τα πράγματα
γίνονται θαύματα
κι οι νεκροκεφαλές γελάνε


Αυτός ο κόσμος
μπορεί ν' αλλάξει Κεμαλ
Μέσα στις καρδιές
στις πλατείες, σε γραφεία οβάλ
θέλει σωστοί χιλιάδες
να 'ναι στους τροχούς
να 'ναι η ψυχή η νύφη
και γαμπρός ο νους


Τα προαιώνια
κρύβουν νετρόνια
που με μία έκρηξη αλλάζουν

Και οι θεούληδες
οι καημενούληδες
γίνονται ντεμοντέ κι αράζουν

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Η Ιστορία πάει πλατεία

Tης Mαριαννας Tζιαντζη
Καθημερινή 6-2-2011

Οι πλατείες γιορτάζουν, οι πλατείες στενάζουν, οι πλατείες ματώνουν, οι πλατείες κάποτε αργοπεθαίνουν. Στις πλατείες ξετυλίγονται μικρές προσωπικές ιστορίες, εδώ δίνουμε τα ραντεβού μας ή φωτογραφιζόμαστε μπροστά στα μνημεία τους, αλλά έρχονται στιγμές που μια πλατεία γίνεται κομμάτι της μεγάλης Ιστορίας. Αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές στον τόπο μας, αυτό συνέβη το 1989 με την Τιενανμέν, αυτό συμβαίνει στις μέρες μας με την πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, αυτό θα συμβεί και σε πλατείες που ακόμα δεν ξέρουμε το όνομά τους.
Τι μορφή άραγε θα έπαιρνε η συγκλονιστική εξέγερση στην Αίγυπτο αν δεν ταυτιζόταν με αυτόν τον ιστορικό τόπο συνάθροισης; Aν δεν υπήρχε η Ταχρίρ, η Πλατεία της Απελευθέρωσης, κάποιος άλλος χώρος θα ήταν το ορατό επίκεντρο της εξέγερσης ή ίσως να υπήρχαν πολλά κέντρα. Το σίγουρο είναι ότι οι μεγάλες στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας γράφονται στις πόλεις και γράφονται από τους λαούς, ασχέτως με το πώς εκφράζεται η λαϊκή θελήση και το ποιοι και πώς την εκπροσωπούν.
Σύμφωνα με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς, η Ταχρίρ είναι ένα must για τους τουρίστες. Η Ταχρίρ είναι η «πιο αστικοποιημένη περιοχή» στο Κάιρο, λένε οι πολεοδόμοι, αλλά και η πιο καλά φυλασσόμενη, αφού εδώ και στους γειτονικούς δρόμους βρίσκονται τα μεγάλα δημόσια κτίρια, το Αιγυπτιακό Μουσείο, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τα γραφεία του κόμματος που (ακόμα;) κυβερνά. Εδώ χτυπά η καρδιά του τουρισμού, αλλά και της κρατικής γραφειοκρατίας, αφού μόνο στο κολοσσιαίο κτίριο Μογκάμα, το μεγαλύτερο κυβερνητικό κτίριο στην Αφρική (ένα τυπικό δείγμα μεταφυτευμένης αρχιτεκτονικής της σταλινικής περιόδου, δώρο της Σοβιετικής Ενωσης στην Αίγυπτο), εργάζονται 18.000 δημόσιοι υπάλληλοι!
Παρά τα εμπόδια που έθεσε το καθεστώς, η τεχνολογία των επικοινωνιών στάθηκε φιλική προς την εξέγερση. Ετσι, αυτές τις μέρες είδαμε την ιστορική πλατεία στους δορυφορικούς χάρτες της Google, σε εκατοντάδες φωτογραφίες, σε βίντεο στο Ιντερνετ και στην τηλεόραση, ακούσαμε τον ήχο των θωρακισμένων, τα συνθήματα και τα τραγούδια, διαβάσαμε και είδαμε γραπτά μηνύματα και εικόνες που ξεκινούσαν από την Ταχρίρ και με ταχύτητα αστραπής έκαναν τον γύρο του κόσμου. Είδαμε πλήθη ειρηνικά, είδαμε και πρόσωπα, άνδρες και γυναίκες, νέους και ηλικιωμένους, εύπορους και φτωχούς, αστυνομικούς, στρατιώτες, πολίτες. Πρόσωπα άφοβα, αποφασισμένα, χαρούμενα και κουρασμένα. Κυρίως όμως είδαμε ή μάλλον καταλάβαμε ότι κάτι νέο γεννιέται, κάτι νέο μπορεί να γεννηθεί, ακόμα και αν αυτό το κάτι μετατραπεί σε μια διαχειριζόμενη παραλλαγή του παλιού ή αν οι δυνάμεις του κλυδωνιζόμενου καθεστώτος οδηγήσουν σε αιματοχυσία και εμφύλιο σπαραγμό.
Το καλοκαίρι του 1957, στον απόηχο της κρίσης του Σουέζ, οι ναζιάρες «ντιζέζ» στα αναψυκτήρια της Αθήνας, αλλά και στα λαϊκά κέντρα πολλών μικρών πόλεων τραγουδούσαν «Είμαι Νάσερ και το κέφι μου θα κάνω / και θα ρίξω και μια μπόμπα παραπάνω», παραφράζοντας το πασίγνωστο τραγούδι του Χατζιδάκι, όπως θυμάται ένας καλλιτέχνης εκείνης της εποχής. Ακόμα και δίχως τηλεόραση, twitter, sms, Ιντερνετ και κινητά τηλέφωνα, αλλά μόνο με τις εφημερίδες και την τηλεόραση, οι άνθρωποι αφουγκράζονταν τα σκιρτήματα της Ιστορίας, δεν ήταν ξύλα απελέκητα ή ανενημέρωτα!
Ολοι τότε ήξεραν τον Νάσερ, όπως όλοι τώρα ξέρουν ή έμαθαν τον Μπουμπάρακ. Δεν ξέρουμε τα ονόματα των ηγετών της εξέγερσης, όμως ξέρουμε, μαθαίνουμε το όνομα και την ιστορία της πλατείας που τη φιλοξένησε. Κυρίως όμως η Ταχρίρ, την πρώτη εβδομάδα των κινητοποιήσεων, μάς υπενθύμισε ότι οι άνθρωποι μπορούν να δώσουν νόημα στον χώρο, στα κτίρια, στους δρόμους, στις πλατείες, ίσως και στη ζωή τους.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Μια βιβλιοθήκη που... µιλάει




Ανθρώπινα βιβλία που «σπάνε» τις προκαταλήψεις

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Μάνος Χαραλαµπάκης
 Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011 "Τα Νέα"



Εχει βιβλιοθηκάριους. ∆ιαθέτει γραµµατεία. Εχει και αναγνωστήριο, όπως όλες οι δηµόσιες - δανειστικές βιβλιοθήκες. Με µία βασική διαφορά: σ’ αυτήν τη βιβλιοθήκη τα βιβλία δεν είναι χάρτινα αλλά... ζωντανά. Γι’ αυτό και ονοµάζεται Ζωντανή Βιβλιοθήκη.

Τα βιβλία δηλαδή είναι άνθρωποι που διηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες στους επισκέπτες - αναγνώστες.

Μάλιστα, οι αναγνώστες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ερωτήσεις και να συζητήσουν µε τα ανθρώπινα βιβλία. Αλλωστε το κάλεσµα των οργανωτών ήταν σαφές: «Ελάτε να διαβάσετε εκείνες τις ιστορίες που σας προκαλούν, σας δυσκολεύουν, σας ιντριγκάρουν».

Η Ζωντανή Βιβλιοθήκη (www.livinglibrary. gr) δηµιουργήθηκε τον τελευταίο χρόνο στην Αθήνα από µία οµάδα εθελοντών. Οπως σηµειώνουν οι οργανωτές της, αποτελεί ένα µέσο άσκησης στη συνύπαρξη, εκπαιδεύοντας στα ανθρώπινα δικαιώµατα και στην καταπολέµηση των κοινωνικών διακρίσεων. Εως σήµερα έχουν πραγµατοποιηθεί εκδηλώσεις στο Πνευµατικό Κέντρο του ∆ήµου Αθηναίων, στη ∆ηµοτική Αγορά της Κυψέλης αλλά και στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ. Πριν από λίγες ηµέρες περισσότεροι από 70 πολίτες επισκέφτηκαν τη Ζωντανή Βιβλιοθήκη (www.livinglibrary.gr) στην Αγορά τη Κυψέλης, στη Φωκίωνος Νέγρη από τις 12 το µεσηµέρι έως τις 5 το απόγευµα. Είχαν τη δυνατότητα να διαβάσουν την ιστορία µίας γυναίκας που ήρθε από την Αφρική.

Να µάθουν από έναν οµοφυλόφιλο για τον ρατσισµό που υφίσταται. Από έναν άνθρωπο µε αναπηρία για τον αποκλεισµό που βιώνει στην καθηµερινότητά του. Και βέβαια το πλεονέκτηµα της «ζωντανής» ανάγνωσης ήταν ότι οι αναγνώστες µπορούσαν να συνοµιλήσουν µε τα βιβλία. Να ρωτήσουν. Να διατυπώσουν απορίες. Να µάθουν καινούργια πράγµατα.

«Στόχος µας είναι να προωθήσουµε την ενεργοποίηση στους πολίτες. Η ενεργοποίηση και η αλλαγή έρχεται µε την κατανόηση. Μιλάµε για τον ρατσισµό, για τις διακρίσεις αλλά δεν ξέρουµε πώς να τα εξηγήσουµε. Από πού να αρχίσουµε. Οταν όµως φέρνουµε τους ανθρώπους πρόσωπο µε πρόσωπο για να µιλήσουν στοχευµένα για ένα θέµα, τότε αρχίζει η διαδικασία της αλλαγής», είπε στα «ΝΕΑ» η Ζωή, µέλος της οργανωτικής οµάδας της Ζωντανής Βιβλιοθήκης στην Ελλάδα. Και αυτή η αλλαγή, όπως εξήγησε, στόχος είναι να συµβεί και στο «ζωντανό βιβλίο» και στον αναγνώστη. «Οταν φύγεις από εδώ δεν θα είσαι ο ίδιος. Αλλά δεν θα είναι ίδιο και το βιβλίο». Οπως πρόσθεσε η Ζωή, «θέλουµε µε τη Ζωντανή Βιβλιοθήκη να συµµετέχουµε σ’ έναν πολιτισµό ποικιλοµορφίας που περιλαµβάνει όλες τις ταυτότητες, όλες τις διακριτές οµάδες, όλες τις κουλτούρες».  


Ενθουσιασµένοι αναγνώστες
Το εάν πιάνουν τόπο οι προσπάθειες της Ζωντανής Βιβλιοθήκης το µαρτυρούσαν τα πρόσωπα των αναγνωστών ύστερα από κάθε ανάγνωση: οι περισσότεροι έπειτα από κάθε ηµίωρο διάβασµα αποχωρούσαν ενθουσιασµένοι. Κάποιοι που τους άρεσε τόσο πολύ η εµπειρία της λάιβ ανάγνωσης, έσπευδαν στη γραµµατεία για να δανειστούν κι άλλο «βιβλίο». Αλλά και στα τραπεζάκια, εκεί όπου γινόταν η τετ-ατετ συζήτηση µπορούσε κανείς να παρατηρήσει αναγνώστες βυθισµένους στις ιστορίες των «βιβλίων» που είχαν ακριβώς απέναντί τους.

Ανάµεσα στους τίτλους βιβλίων που ιντρίγκαραν και προκάλεσαν το ενδιαφέρον των αναγνωστών, «Ο αναρχόµπατσος». Η ιστορία ενός αστυνοµικού για τους χαρακτηρισµούς µε τους οποίους τον «στολίζουν» καθηµερινά. Η Ζωντανή Βιβλιοθήκη έως σήµερα δεν διαθέτει έναν µόνιµο χώρο. Στόχος της οµάδας πάντως είναι να βρεθεί µε την προϋπόθεση όµως να είναι απολύτως προσβάσιµος.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Οι άνθρωποι διηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες στους επισκέπτες - αναγνώστες που µπορούν να κάνουν ερωτήσεις

«Με το να µε διαβάσεις δεν θα κολλήσεις»

«ΤΑ ΝΕΑ» είχαν την ευκαιρία για µισή ώρα – τόσο διαρκεί µία ανάγνωση – να διαβάσουν ένα βιβλίο από τον κατάλογο της Ζωντανής Βιβλιοθήκης. Ο τίτλος του: «Ζώντας οροθετικά - Με το να µε διαβάσεις δεν θα κολλήσεις. Ισως να ξεκολλήσεις»! Η αρχική αµηχανία και η απορία για το πώς µπορεί να είναι µία «ζωντανή ανάγνωση» γρήγορα εξελίχθηκε σε ενθουσιασµό. Το «ζωντανό βιβλίο», ένας νεαρός, δέχτηκε µε προθυµία να εξηγήσει ποιες είναι οι προκαταλήψεις και οι παρανοήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν για τους οροθετικούς στην ελληνική κοινωνία.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

"Βλέπω τηλεόραση άρα υπάρχω";

Την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου μαζί με τους μαθητές της Β΄λυκείου κάναμε μια μικρή εξόρμηση στον Πειραιά για να παρακολουθήσουμε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την τηλεόραση στο Ίδρυμα Λασκαρίδη. Αφού πήραμε το λεωφορείο της γραμμής "κουφαίνοντας" τους ατυχείς μας συνεπιβάτες, κάναμε μια ωραία πρωινή βόλτα μέσα από το κέντρο του Πειραιά για να κατευθυνθούμε προς τη γωνία Πραξιτέλους και Μπουμπουλίνας, όπου

βρίσκεται η Βιβλιοθήκη Λασκαρίδη. Το πρόγραμμα ήταν πριβέ, αποκλειστικά για μας, κι όταν φτάσαμε στο ωραίο νεοκλασικό κτήριο της Βιβλιοθήκης δηλώσαμε και φωτογραφικά (ελέω του παπαράτσι του σχολείου μας, της Ελένης Κυριμκύρογλου ) το "παρών" μας.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε με την προβολή του ντοκιμαντέρ "Άνθρωποι και τηλεόραση" από
την υπεύθυνη , δημοσιογράφο και παραγωγό τηλεοπτικών προγραμμάτων στην ΕΡΤ,
κ. Αδαμοπούλου.

Στην κουβέντα που ακολούθησε τα παιδιά σχολίασαν δηκτικά το περιεχόμενο των εκπομπών της τηλεόρασης (μόνο μαγειρική και κουτσομπολιό) και αμφισβήτησαν την αξιοπιστία της ενημέρωσης που μας παρέχει εκφράζοντας την προτίμησή τους στις πολλαπλές πηγές πληροφόρησης του ίντερνετ.

Μίλησαν βέβαια και για το σταρ-σύστεμ της τηλεόρασης αναφέροντας γνωστές τηλε-περσόνες κι αναρωτήθηκαν γιατί τα ίδια πρόσωπα προβάλλονται συνέχεια από τα περισσότερα κανάλια καθώς και για την επιρροή που ασκούν στην κοινή γνώμη.।

Ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα να μάθουν τους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί η μέτρηση της τηλεθέασης και τα μηχανάκια της AGB.Tους προβλημάτισε το γεγονός ότι ένα ελάχιστο δείγμα του πληθυσμού(1,200 άτομα)- που δεν γνωρίζουμε τα κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκε- χωρίς συνείδηση της ευθύνης του, καθορίζει με τις προτιμήσεις του το επίπεδο των τηλεοπτικών εκπομπών. Και θεώρησαν παραβίαση της ιδιωτικής ζωής την υποχρέωση των ανθρώπων αυτών να δίνουν συνεχώς στοιχεία για τις ώρες και το είδος της τηλεθέασης καθενός από τα μέλη της οικογένειάς τους μαζί με τα προσωπικά τους στοιχεία
.
Τα ερωτήματα ήρθαν αυθόρμητα:
Τελικά οι τηλεοπτικές κάμερες βλέπουν αυτό που εμείς ζητάμε να δούμε ή αυτό είναι επιλογή του εκάστοτε παραγωγού-σκηνοθέτη-χρηματοδότη της εκπομπής;
Μήπως αυτό που πουλάει η τηλεόραση δεν είναι το πρόγραμμα αλλά το ίδιο το κοινό της και το πρόγραμμα είναι απλώς το δόλωμα για τον πραγματικό της στόχο;

Η συζήτηση έδειξε ότι η τηλεθέαση είναι συνδεδεμένη με τη διαφήμιση, βασικό πόρο των καναλιών, και παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες στις επιχειρήσεις για να διαμορφώσουν την εμπορική τους στρατηγική εστιάζοντας κάθε φορά σε συγκεκριμένη ηλικιακή ή άλλη ομάδα (target group). Άλλωστε οι ηλικίες 15-45 στις οποίες απευθύνεται το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών είναι η κύρια καταναλωτική μάζα.

Η έντονα κριτική κι επιφυλακτική στάση των παιδιών απέναντι στην τηλεόραση οδήγησε κάποια στιγμή τη δημοσιογράφο στην υπεράσπιση του ρόλου της με το επιχείρημα ότι είναι ευθύνη του τηλεθεατή η ενημέρωση, η σκέψη και η άποψη κι ότι εντέλει η τηλεόραση υπακούει στο κοινό της.

Τα παιδιά συμφώνησαν μαζί της ότι είναι σημαντική δύναμη στα χέρια μας το τηλεκοντρόλ, ιδιαίτερα γι'αυτούς που ενημερώνουν τα μηχανάκια της AGB, και προτίμησαν να κρατήσουν τις αντιρρήσεις τους για τα σχόλια στην τάξη:
Ποια είναι, όμως, η ευθύνη αυτών που βρίσκονται πίσω από το μαύρο κουτί και κυνηγάνε μόνο το κέρδος;

(Πώς να κρυφτείς απ'τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα..)

Με μια παιχνιδιάρικη πόζα αποχαιρέτησαν
τη Βιβλιοθήκη Λασκαρίδη και ..βουρ στο Πασαλιμάνι για λίγη μάσα..
και λίγη λαθρανάγνωση αθλητικών εφημερίδων (για να μη νομίζετε πως δεν συνδυάζουμε το τερπνόν μετά του ωφελίμου..)







Στην επιστροφή μας στο σχολείο αναρωτηθήκαμε: γίναμε σοφότεροι όσον αφορά το ρόλο της τηλεόρασης στη ζωή μας;
Τα γραπτά σχόλια των παιδιών του B2 με αφορμή αυτή τη συζήτηση δείχνουν πως η τηλεόραση χάνει πια τη γοητεία της τουλάχιστον στις νέες γενιές του youtube και του facebook:
- Πρέπει να μάθουμε να χειριζόμαστε σωστά τις πληροφορίες που μας παρέχει και να της δώσουμε την κατεύθυνση που εμείς θέλουμε.
- Η τηλεόραση είναι ένας "φίλος" στο σαλόνι μας, με τον οποίο, όμως, δεν μιλάμε,
εκείνος μας βομβαρδίζει με πληροφορίες σε ποσότητα και ποιότητα που δεν θέλουμε.

- Αντικαθιστά την πραγματική μας επικοινωνία με την οικογένεια και τους άλλους ανθρώπους.

- Η τηλεόραση γίνεται αντικείμενο συνεχούς αυτοσχολιασμού που υποκαθιστά την ουσιαστική πληροφόρηση.

- Προκαλεί εθισμό και μας μετατρέπει σε μαριονέτες της.

- Απορροφά χρόνο από την πραγματική μας ζωή και δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως ο κόσμος είναι εκεί.

- Είναι ένας παραμυθάς.

- Περνά πολιτικά, κοινωνικά, καταναλωτικά μηνύματα, που εμείς αποδεχόμαστε.

- Καλλιεργεί την παθητικότητα του θεατή υπηρετώντας τα συμφέροντα της εκάστοτε κυβέρνησης.

- Πρέπει να διαμαρτυρηθούμε συλλογικά για το επίπεδο των προγραμμάτων της παύοντας να τους δίνουμε μεγάλα νούμερα τηλεθέασης.

Οι μαθητές μας φαίνεται να γυρνούν την πλάτη στην τηλεόραση και ν' αναζητούν άλλους τρόπους επικοινωνίας και διασκέδασης. Η δυναμική της σκέψης και του λόγου τους ανάβει, όταν η οθόνη σβήνει..

(Για την ανάρτηση αυτή πολύτιμες ήταν οι σημειώσεις της Ρούλας Κουτσογιάννη και οι απόψεις των υπόλοιπων παιδιών του Β2, καθώς και οι φωτογραφίες της Ελένης Κυριμκύρογλου)

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Μη φοβάσαι! Ο φόβος ως πολιτικό εργαλείο και πώς θα το αχρηστέψουμε

Εψιλον, Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε: τη χρεοκοπία, την απόλυση, την κατάρρευση του ευρώ, τους ιούς, τους χωρισμούς, μήπως πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας. Κι όμως, ο αμερικανός καθηγητής Κόρεϊ Ρόμπιν με το βιβλίο του «Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας» αποκαλύπτει ότι ο φόβος είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης. Το δηλητήριο που παραλύει τη δράση και την αντίσταση στην επέλαση οποιασδήποτε εξουσίας. Υπάρχει αντίδοτο; Ναι, λέει ο καθηγητής. Να ξεφοβηθούμε και να αντεπιτεθούμε.


"Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας». Ο τίτλος στο εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια μοιάζει να αναφέρεται (και) στην κατάσταση στην Ελλάδα. Ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Κόρεϊ Ρόμπιν έγραψε το βιβλίο όταν μεσουρανούσε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» και τη διεθνή πολιτική υπαγόρευε ο φόβος των τρομοκρατικών χτυπημάτων.
Σήμερα τη σκυτάλη στη φοβική ατζέντα παραλαμβάνει ο οικονομικός φόβος, καθώς καλούμαστε να φτωχύνουμε για να μην πτωχεύσουμε. Η κάμερα της εξουσίας αλλάζει γωνία λήψης, η ταινία εξακολουθεί να είναι θρίλερ. Μια συνέντευξη με το συγγραφέα του «Φόβου» επιβάλλεται, ειδικά τώρα που το αμερικανικό μοντέλο του φόβου και της αυθαιρεσίας στο χώρο εργασίας έρχεται στη χώρα μας μέσω μνημονίου, με την κατεδάφιση των συλλογικών συμβάσεων και την καταπάτηση στοιχειωδών δικαιωμάτων.
Οχι, όμως, για να σκιαχτούμε κι άλλο, αλλά επειδή είναι -επιτέλους- καιρός να ξεφοβηθούμε.
Πόσο έχει αλλάξει η πολιτική του φόβου από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση; «Το οικονομικό άγχος παίζει μεγαλύτερο ρόλο τώρα από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας και ο φόβος της τρομοκρατίας φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Ομως η πολιτική του φόβου παραμένει: οι πολιτικοί ηγέτες και οι ελίτ επιλέγουν κάθε φορά να εστιάσουν σε κάτι ως αντικείμενο ανησυχίας. Πα- ρότι το οικονομικό άγχος έχει αυξηθεί απότομα τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές ελίτ δεν του έχουν δώσει τόση σημασία - ή τουλάχιστον δεν το αναδεικνύουν σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής τους, όπως έκαναν με το φόβο της τρομοκρατίας. Σε επίπεδο δημοσιονομικών δαπανών και προϋπολογισμού, ο στρατιωτικός τομέας στις ΗΠΑ εξακολουθεί να καλύπτει ένα υπέρογκο ποσό ανελαστικών κονδυλίων».
Θεωρείτε, δηλαδή, ότι οι ελίτ δεν αντέδρασαν επαρκώς στο χρηματοπιστωτικό κραχ του '08; «Η αντίδρασή τους δεν είχε ούτε κατά διάνοια την ίδια ένταση με την οποία αντέδρασαν στα χτυπήματα τις 11ης Σεπτεμβρίου. Τους πήρε πολύ χρόνο να συνειδητοποιήσουν τις επιπτώσεις του κραχ και σε κανένα βήμα της διαδικασίας δεν ξόδεψαν αρκετά χρήματα, ούτε έκαναν αρκετά για να αντισταθμίσουν τα προβλήματα που προξένησε το κραχ, όπως έχουν εύστοχα υποδείξει κριτικές φωνές σαν του Πολ Κρούγκμαν. Ολα αυτά επιβεβαιώνουν το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου μου: αν ο φόβος είναι πολιτική κατασκευή, αυτό σημαίνει ότι δεν γεννιούνται όλοι οι φόβοι ίσοι. Σε κάποιους δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα απ' ό,τι σε άλλους».
Ποιος είναι ο ρόλος των δημοσιογράφων στην κατασκευή του πολιτικού φόβου, ειδικά σε μια εποχή κρίσης των ΜΜΕ; «Θεωρώ ότι οι αλλαγές στο ρόλο των δημοσιογράφων και της δημοσιογραφίας γενικότερα στην πολιτική του φόβου είναι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων. Οταν έγραψα το "Φόβο" η μπλογκόσφαιρα ήταν ακόμα στο ξεκίνημά της. Υπήρχε κριτική απέναντι στα ΜΜΕ, αλλά περιοριζόταν σε κάποιες λίγες αριστερές φωνές. Πλέον η κριτική απέναντι στα ΜΜΕ εκφράζεται από περισσότερες πηγές, με μεγαλύτερη δριμύτητα, από αρθρογράφους που επιτελούν έργο ζωτικής σημασίας. Μπορεί αυτές οι φωνές να μην επαρκούν για να αναχαιτίσουν τη χιονοστιβάδα πολιτικού φόβου -πολλοί από αυτούς έγραφαν ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ χωρίς να καταφέρουν να τον σταματήσουν-, προσφέρουν όμως ένα πολύτιμο βήμα στα κοινωνικά κινήματα και στους ακτιβιστές, για να εκφράσουν την κριτική τους και να αρθρώσουν εναλλακτικές προτάσεις. Οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να υπηρετούν το μηχανισμό του φόβου, έχουν όμως να αντιμετωπίσουν κάποιους πολύ σοβαρούς αντιπάλους - και αναφέρομαι κυρίως στα ανεξάρτητα μέσα στο διαδίκτυο».
Χρησιμοποιείτε διαφορετικές λέξεις (φόβος, τρόμος, άγχος, ολοκληρωτισμός) για να περιγράψετε την έννοια του πολιτικού φόβου στη σκέψη διαφορετικών φιλοσόφων. Ποια προσέγγιση θεωρείτε πιο επίκαιρη; «Η προσέγγιση του Χομπς (την οποία αποκαλώ "φόβο") προσφέρει το πιο χρήσιμο πεδίο εκκίνησης για να αρχίσουμε να κατανοούμε την πολιτική του φόβου σήμερα. Αν και διαφωνώ με στοιχεία της ανάλυσής του (οπωσδήποτε διαφωνώ με την πολιτική του θέση), ο Χομπς εστιάζει στα κριτικά στοιχεία του φόβου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο θεωρητικό: αναδεικνύει το ρόλο των ελίτ εντός και εκτός της κρατικής μηχανής και της πολιτικής ιδεολογίας, στο πώς καθορίζουν τι πρέπει να φοβόμαστε στον δημόσιο βίο, πώς προσλαμβάνουμε αυτούς τους φόβους και πώς πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε. Ασχολείται με το πώς οι πολιτιστικοί θεσμοί καλλιεργούν το φόβο. Στην εποχή του ήταν οι εκκλησίες και τα πανεπιστήμια· στην εποχή μας είναι τα ΜΜΕ. Επί πλέον, αναδεικνύει τη σχέση μεταξύ εσωτερικής πολιτικής και διεθνούς ασφάλειας. Εκεί που πιστεύω ότι κάνει λάθος είναι πως δίνει υ- περβολική έμφαση στην ενότητα κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Θεωρώ ότι αυτοί οι θεσμοί μπορούν να είναι αποσπασματικοί και διαχωρισμένοι και, παρ' όλα αυτά, να εξακολουθούν να γεννάνε το φόβο».
Αντίθετα με τον Χομπς, εσείς υποστηρίζετε ότι ο φόβος δεν είναι εποικοδομητικός. Τι μπορεί να μας εμπνεύσει αντί για το φόβο; «Το σημείο εκκίνησης για μένα είναι η διανοητική και ηθική κληρονομιά της Αριστεράς, η έμφαση στην ισότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη δικαιοσύνη. Ο φόβος γίνεται καθοριστικός παράγοντας στη δημόσια ζωή, όταν δεν υπάρχει τίποτ' άλλο να μας παρακινήσει σε δράση. Γι' αυτό και η πολιτική του φόβου είναι τόσο ισχυρή σε μετεπαναστατικές ή αντεπαναστατικές εποχές όπως η δική μας. Οσο δυναμώνουν τα κοινωνικά κινήματα, η λαϊκή απαίτηση για ελευθερία και ισονομία τόσο λιγότερο επιρρεπείς γινόμαστε στην πολιτική του φόβου».
Στο κεφάλαιο του βιβλίου σας «Η αμερικανική εκδοχή του φόβου» περιγράφετε πώς λειτουργεί ο πολιτικός φόβος στις ΗΠΑ. Τι το ξεχωριστό έχουν οι ΗΠΑ σε σχέση με τα ευρωπαϊκά κράτη; «Οι ΗΠΑ έχουν τρία χαρακτηριστικά που τις διαφοροποιούν από τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη: Πρώτο, η κυβέρνηση είναι περισσότερο πολυδιασπασμένη απ' ό,τι (για πα- ράδειγμα) η κυβέρνηση της Γαλλίας ή της Βρετανίας. Η κεντρική μας κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον χωρίζεται σε τρία όργανα, το καθένα από τα οποία μπορεί να θέσει βέτο σε πολλά σημεία, και να ακυρώσει την πολιτική δράση. Αυτή η κυβέρνηση με τη σειρά της μοιράζεται την εξουσία της με 50 ομοσπονδιακές κυβερνήσεις και πολλές περισσότερες δημοτικές. Οπότε το πολιτικό μας σύστημα είναι λιγότερο ικανό για συνολική δράση. Κατά δεύτερο λόγο, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών (εκκλησίες, πανεπιστήμια, ομάδες πολιτών κ.λπ.) έχουν σημαντικές εξουσίες απέναντι στο κράτος. Και πάλι, ακόμα κι αυτοί οι θεσμοί έχουν δικαιώματα βέτο.
»Σε αντίθεση με πολλούς προοδευτικούς και συντηρητικούς διανοητές, που θεωρούν ότι όλα αυτά τα χαρακτηριστικά κάνουν την κοινωνία μας πιο ελεύθερη, το δικό μου επιχείρημα είναι ότι οι πολλοί αλληλοαναιρούμενοι θεσμοί κάνουν την κοινωνία μας πιο καταπιεστική. Τέλος, σ' εμάς στις ΗΠΑ υπάρχει τεράστια απορρύθμιση στους χώρους εργασίας. Ο κύριος μηχανισμός καταπίεσης και καταναγκασμού σ' αυτήν τη χώρα δρα στους χώρους εργασίας, και αυτό συμβαίνει επειδή οι εργοδότες στις ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει πολύ περισσότερη δύναμη από ό,τι τα αφεντικά στην Ευρώπη».
Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το φόβο στον εργασιακό χώρο, που αυξάνεται παράλληλα με τους δείκτες ανεργίας και το βάθεμα της κρίσης; «Εχει αποδειχθεί ότι η πολιτική του εκφοβισμού στο χώρο εργασίας είναι πάντα πιο έντονη σε καταστάσεις υψηλής ανεργίας. Οταν οι εργαζόμενοι δεν έχουν περιθώρια να βρουν αλλού δουλειά, αν πιστεύουν ότι πρέπει να νιώ- θουν τυχεροί που έχουν έστω μια δουλειά, έστω και με άθλιους όρους, τότε είναι πολύ πιο ευάλωτοι στις διαθέσεις των εργοδοτών απ' ό,τι σε περιόδους χαμηλής ανεργίας. Αυτό, όμως, που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο είναι το πώς αντιδρά το κράτος, με εναλλακτικές λύσεις, επιδόματα ανεργίας, προγράμματα απασχόλησης κ.λπ. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι ότι, καθώς τα επιδόματα στερεύουν και η ύφεση βαθαίνει, τουλάχιστον όσον αφορά την απασχόληση, τα παραδοσιακά στηρίγματα στα οποία οι άνθρωποι βασίζονταν παλιότερα, όπως οι θεσμοί του κράτος πρόνοιας, τώρα απλώς δεν υπάρχουν. Αυτό και μόνο αρκεί για να κάνει τους εργαζόμενους να φοβούνται περισσότερο».
Οι πολιτικοί, τα ΜΜΕ, το Χόλιγουντ, οι εργοδότες, η αστυνομία, οι διάφοροι προφήτες της Νέας Εποχής, μας επαναλαμβάνουν σε κάθε τόνο : «Να φοβάστε, να φοβάστε πολύ». Πώς μπορούμε να αγνοήσουμε το φόβο, όταν με κάθε τρόπο μάς λένε ότι η αντίσταση είναι μάταιη και αυτοκαταστροφική; «Μπορούμε απλώς να πούμε όχι. Ο πολιτικός φόβος είναι αποτελεσματικός μόνον όταν εμείς, οι πολίτες, τον δεχόμαστε και τον αναπαράγουμε. Αν αρνηθούμε το φόβο, τους χαλάμε τη συνταγή. Σκεφτείτε όλα τα μεγάλα κινήματα στην Ιστορία, τις εξεγέρσεις των σκλάβων, την αντίσταση στο φασισμό, τους πολιτικούς διαφωνούντες στη Σοβιετική Ενωση και πολλούς άλλους. Ολοι τους αρνήθηκαν να συναινέσουν στη μία ή την άλλη μορφή πολιτικής του φόβου, και μ' αυτήν τους την πράξη κατέστησαν την πολιτική του φόβου λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι εάν δεν υπήρχε αντίσταση. Ο Χομπς σ' αυτό ήταν τρομερά διεισδυτικός. Είχε πει ότι η εξουσία είναι σαν τη δόξα ή τη φήμη: Ενδυναμώνεται καθώς προελαύνει. Είναι σαν τη χιονοστιβάδα. Ανακόψτε την επέλασή της - και δεν θα αυξηθεί».
Γράφετε πως ο φόβος της τρομοκρατίας χρησιμοποιείται για να καταστείλει τα εργατικά κινήματα, το συνδικαλισμό, το δικαίωμα στη διαδήλωση και την απεργία, καταπατώντας ελευθερίες στο όνομα της ασφάλειας. Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κατάσταση; «Φοβάμαι πως η κατάσταση έχει χειροτερέψει από τότε που έγραψα το βιβλίο μου για το φόβο. Το εργατικό κίνημα σήμερα είναι πιο αδύναμο απ' ό,τι ήταν πριν από 10 χρόνια. Τα μέλη των συνδικάτων μειώνονται, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα. Δυστυχώς, σήμερα η κυβέρνηση Ομπάμα συμμετέχει στην κατά μέτωπο επίθεση ενάντια στα σωματεία των εκπαιδευτικών. Τα σωματεία των εκπαιδευτικών είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του εργατικού κινήματος, τουλάχιστον εδώ στις ΗΠΑ. Αν καταφέρουν να μας κάνουν να γονατίσουμε, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί πολύ άσχημα όχι μόνο για τους εκπαιδευτικούς, αλλά για όλους τους εργαζόμενους».
Μια πρακτική συμβουλή για να ξεφοβηθούμε; «Οργανωθείτε στα συνδικάτα σας. Εν ανάγκη, δημιουργήστε εσείς συνδικάτα και δράστε συλλογικά μέσα σ' αυτά. Στις ΗΠΑ το κυριότερο παράδειγμα για το πώς να αψηφάς το φόβο είναι τα εργατικά συνδικάτα. Δεν ξέρω πώς είναι σ' εσάς στην Ελλάδα, αλλά σ' εμάς είναι πολύ δύσκολο για έναν εργαζόμενο να αναπτύξει συνδικαλιστική δράση. Οι εργοδότες χρησιμοποιούν κάθε είδους ραδιουργία και εκφοβισμό για να το εμποδίσουν. Οπότε, κάθε φορά που οι εργαζόμενοι οργανώνονται συνδικαλιστικά, αυτό σημαίνει όχι μόνον ότι έχουν ξεπεράσει τους μηχανισμούς του φόβου, αλλά και ότι έχουν οχυρωθεί εναντίον τους.

»Αυτοί οι μηχανισμοί συμπεριλαμβάνουν την απειλή (αλλά και την πραγματοποίηση) της απόλυσης, την απειλή (και την πραγματοποίηση) της επίπληξης και της τιμωρίας, την απειλή (και την πραγματοποίηση) της παρενόχλησης και του προπηλακισμού σε ώρα δουλειάς. Η εργατική συνδικαλιστική δράση είναι ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε το φόβο που κυριαρχεί στους χώρους εργασίας».

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Η γιορτή της παρέας



Οι μαθητές της Γ. τάξης είχαν την ιδέα να ετοιμάσουμε ένα πάρτι στο σχολείο. Η πρόταση έγινε δεκτή και πραγματικά τα παιδιά απέδειξαν ότι μπορούν  να οργανωθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, να δουλέψουν και να πετύχουν το στόχο τους. 

Η βραδιά τα είχε όλα. 
Φαγητό που έφεραν οι μαθητές

Ετοίμασαν το χώρο του 'Bar" -μέχρι και ψυγείο μετέφεραν- και ο barman Μάριος τα πρόβλεψε όλα, φαίνεται στη φωτό πόσο προσεκτικά ετοιμάζει το lime.
 Μπαλόνια, πολλά μπαλόνια γέμισαν την αίθουσα και φυσικά κάποια στιγμή έκαναν μπααααμ

καμαρώστε την προθυμία των αγοριών στη φασίνα 
Α!!! ξέχασα να σας πω ότι υπήρχε και είσοδος -καλά μη νομίζετε τίποτα σπουδαίο- 2 ευρώ, έτσι για να ενισχύσουμε τις εκδρομές των μαθητών.


Συνδέσεις στα ηχοσυστήματα και το νέο ταλέντο του σχολείου, ο Βαγγέλης, ικανότατος ηλεκτρολόγος.
Και όταν όλα ήταν έτοιμα ξεκίνησε ο χορός με μια σχεδόν ημιεπαγγελματική εμφάνιση δυο επισκεπτών που χειροκροτήθηκαν.


Όταν πήραν φόρα,  τα θρανία αξιοποιήθηκαν και έγινε αυτό που βλέπετε...

 
 Ζειμπέκικο για άνδρες αλλά και η Χριστίνα τα κατάφερε μια χαρά 



Δεν έλειψαν και οι ομαδικοί χοροί. 


Ο κ. Παναγιωτόπουλος ανταποκρίθηκε στο αίτημα των μαθητών και χόρεψε το "ζειμπέκικο της Ευδοκίας" 


Δε σας κρύβουμε ότι περάσαμε καλά και μάλιστα, κατά κοινή ομολογία, πεισθήκαμε  όλοι ότι μπορούμε  να διασκεδάζουμε στο σχολείο χωρίς να αναζητούμε τους μαζικούς χώρους διασκέδασης .