(.......)- Πώς να μιλήσεις για τ' άλλα, τα μεγάλα, τα σκληρά, τα κατάπληχτα - Μακρόνησος, Γυάρος, Ακροναυπλία - ο Κολοκοτρώνης στο σκοτεινό μπουντρούμι του Παλαμηδιού, Κατοχή, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος, 21 του Απρίλη, τανκς, η ΣΦΑ - Τατάκης, Γέμελος, Μπελογιάννης, Πλουμπίδης, Άρης, Λαμπράκης κι η δικιά μας Ηλέκτρα (όχι του Σοφοκλή - αυτήν την ξαναπήρε κάποιος ποιητής, λέει, στο "Νεκρό σπίτι", στο "Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού", στη "Χρυσόθεμη" και σε άλλα, ή την Αντιγόνη και την Ισμήνη· όχι·), τη δικιά μας Ηλέκτρα, λέω, με το καμένο σώμα, τα καμένα μαλλιά - μάρτυρες και ήρωες· - αυτά ειπώθηκαν από τους ίδιους, μόνα τους, μια για πάντα, χωρίς λόγια· κι άμα μιλάς γι' αυτά είναι σα να χώνεις και τη δική σου ουρίτσα μέσα κι ο τόνος της φωνής σου έχει κάτι από σφετερισμό και κομπασμό (ιδίως για κείνους που δεν έχουν πάει ποτέ τους φυλακή και ποτέ δεν εκτελέστηκαν), κάτι το ανάρμοστα διδαχτικό (ποιος είναι η αφεντιά σου; - Και δε θέλεις να πεις ποιος είσαι γιατί τότε θα 'μοιαζες ακόμη πιο κομπαστικός), κάτι τέλος πάντων σαν υστερόβουλη προπαγάνδα· ενώ τα πουλιά και τα - "Και τα πουλιά, ναι, μα και τ' άλλα", είπε ξαφνικά ο Αλέκος. "Πρώτα και πάνου απ' όλα τ' άλλα - όχι για καναρινάκια τώρα", είπε ο Πέτρος. "Ακατόρθωτο", είπα χαμηλόφωνα, χωρίς να το θέλω. "Και τότε τι 'ναι - είπε ο Πέτρος, κάπως αγαναχτισμένος - τι 'ναι "Οι γειτονιές του κόσμου", το "Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί", ο Πέτρινος χρόνος", το "Καπνισμένο τσουκάλι", "Τα επικαιρικά", τα "Συντροφικά τραγούδια", πες μας τι είναι;". "Δεν ξέρω", είπα, κι αλήθεια, κείνη τη στιγμή, δεν ήξερα - ίσως γιατί είχαν μεσολαβήσει τα τρία τριγωνάκια της Μιρέιγ, κι ο παπαγάλος Γιώργης, και τα παιδιά με το κανναβούρι στα μαλλιά τους - "Μα, βέβαια, κι η "Τέταρτη διάσταση" και το "Γίγνεσθαι" οπωσδήποτε", πρόσθεσε απρόσμενα ο Αλέκος - κι ένιωσα κάτι σα ντροπή μπροστά στα παιδιά, και πολύ μόνος, και πολύ λυπημένος, και μαζί σαν προνομιούχος και δίκαιος· και συνέχισα μέσα μου τώρα: τα παιδιά με το κανναβούρι στα μαλλιά τους, ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άνοιξης, ο Γκογκό, Γκογκό μου, το κορίτσι με την ταινία δισκοβόλου στο μέτωπο, όλα, όλα, όλα, το φως, ο κυρ Στέφανος, το ακάνθινο στεφάνι και το άλλο λουλουδένιο στεφάνι της Πρωτομαγιάς - τ ο σ τ ε φ ά ν ι τ η ς Π ρ ω τ ο μ α γ ι ά ς π ε ρ α σ μ έ ν ο σ τ ο λ α ι μ ό τ ο υ Λ α μ π ρ ά κ η, σ τ ο
Μ α ρ αθ ώ ν α. Και φώναξα δυνατά:"Αυτό, ναι, αυτό". Κι έγινε πανζουρλισμός κι όλοι μαζί φωνάζαν:"Ναι, ναι, ναι", και μ' αγκάλιαζαν και με φιλούσαν κι ήμουνα πολύ νέος κι είχαν πέσει οι κάλτσες μου χωρίς λάστιχο, και "Ναι, ναι, ναι", σαν να 'χαν ακούσει όλοι αυτό που έλεγα μέσα μου: "τ ο σ τ ε φ ά ν ι τ η ς
Π ρ ω τ ο μ α γ ι ά ς σ τ ο λ α ι μ ό τ ο υ Λ α μ π ρ ά κ η, σ τ ο
Μ α ρ α θ ώ ν α". Κι ήταν παρών, παράξενο κι ο Γώγος, και με φιλούσε. Και τον φιλούσα κι εγώ, πιότερο συντροφικάτα, μαζί με τον Πέτρο. Κι ανέβασα ένα ένα στην καρέκλα τα πόδια μου και σήκωσα με απόλυτη φυσικότητα τις κάλτσες μου.
ΑΘΗΝΑ, 15.ΙΙΙ.83
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, Τι παράξενα πράματα.
ΑΘΗΝΑ, 15.ΙΙΙ.83
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, Τι παράξενα πράματα.





