Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

"Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς περασμένο στο λαιμό του Λαμπράκη"

(.......)- Πώς να μιλήσεις για τ' άλλα, τα μεγάλα, τα σκληρά, τα κατάπληχτα - Μακρόνησος, Γυάρος, Ακροναυπλία - ο Κολοκοτρώνης στο σκοτεινό μπουντρούμι του Παλαμηδιού, Κατοχή, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος, 21 του Απρίλη, τανκς, η ΣΦΑ - Τατάκης, Γέμελος, Μπελογιάννης, Πλουμπίδης, Άρης, Λαμπράκης κι η δικιά μας Ηλέκτρα (όχι του Σοφοκλή - αυτήν την ξαναπήρε κάποιος ποιητής, λέει, στο "Νεκρό σπίτι", στο "Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού", στη "Χρυσόθεμη" και σε άλλα, ή την Αντιγόνη και την Ισμήνη· όχι·), τη δικιά μας Ηλέκτρα, λέω, με το καμένο σώμα, τα καμένα μαλλιά - μάρτυρες και ήρωες· - αυτά ειπώθηκαν από τους ίδιους, μόνα τους, μια για πάντα, χωρίς λόγια· κι άμα μιλάς γι' αυτά είναι σα να χώνεις και τη δική σου ουρίτσα μέσα κι ο τόνος της φωνής σου έχει κάτι από σφετερισμό και κομπασμό (ιδίως για κείνους που δεν έχουν πάει ποτέ τους φυλακή και ποτέ δεν εκτελέστηκαν), κάτι το ανάρμοστα διδαχτικό (ποιος είναι η αφεντιά σου; - Και δε θέλεις να πεις ποιος είσαι γιατί τότε θα 'μοιαζες ακόμη πιο κομπαστικός), κάτι τέλος πάντων σαν υστερόβουλη προπαγάνδα· ενώ τα πουλιά και τα - "Και τα πουλιά, ναι, μα και τ' άλλα", είπε ξαφνικά ο Αλέκος. "Πρώτα και πάνου απ' όλα τ' άλλα - όχι για καναρινάκια τώρα", είπε ο Πέτρος. "Ακατόρθωτο", είπα χαμηλόφωνα, χωρίς να το θέλω. "Και τότε τι 'ναι - είπε ο Πέτρος, κάπως αγαναχτισμένος - τι 'ναι "Οι γειτονιές του κόσμου", το "Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί", ο Πέτρινος χρόνος", το "Καπνισμένο τσουκάλι", "Τα επικαιρικά", τα "Συντροφικά τραγούδια", πες μας τι είναι;". "Δεν ξέρω", είπα, κι αλήθεια, κείνη τη στιγμή, δεν ήξερα - ίσως γιατί είχαν μεσολαβήσει τα τρία τριγωνάκια της Μιρέιγ, κι ο παπαγάλος Γιώργης, και τα παιδιά με το κανναβούρι στα μαλλιά τους - "Μα, βέβαια, κι η "Τέταρτη διάσταση" και το "Γίγνεσθαι" οπωσδήποτε", πρόσθεσε απρόσμενα ο Αλέκος - κι ένιωσα κάτι σα ντροπή μπροστά στα παιδιά, και πολύ μόνος, και πολύ λυπημένος, και μαζί σαν προνομιούχος και δίκαιος· και συνέχισα μέσα μου τώρα: τα παιδιά με το κανναβούρι στα μαλλιά τους, ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άνοιξης, ο Γκογκό, Γκογκό μου, το κορίτσι με την ταινία δισκοβόλου στο μέτωπο, όλα, όλα, όλα, το φως, ο κυρ Στέφανος, το ακάνθινο στεφάνι και το άλλο λουλουδένιο στεφάνι της Πρωτομαγιάς - τ ο σ τ ε φ ά ν ι τ η ς Π ρ ω τ ο μ α γ ι ά ς π ε ρ α σ μ έ ν ο σ τ ο λ α ι μ ό τ ο υ Λ α μ π ρ ά κ η, σ τ ο
Μ α ρ αθ ώ ν α. Και φώναξα δυνατά:"Αυτό, ναι, αυτό". Κι έγινε πανζουρλισμός κι όλοι μαζί φωνάζαν:"Ναι, ναι, ναι", και μ' αγκάλιαζαν και με φιλούσαν κι ήμουνα πολύ νέος κι είχαν πέσει οι κάλτσες μου χωρίς λάστιχο, και "Ναι, ναι, ναι", σαν να 'χαν ακούσει όλοι αυτό που έλεγα μέσα μου: "τ ο σ τ ε φ ά ν ι τ η ς
Π ρ ω τ ο μ α γ ι ά ς σ τ ο λ α ι μ ό τ ο υ Λ α μ π ρ ά κ η, σ τ ο
Μ α ρ α θ ώ ν α". Κι ήταν παρών, παράξενο κι ο Γώγος, και με φιλούσε. Και τον φιλούσα κι εγώ, πιότερο συντροφικάτα, μαζί με τον Πέτρο. Κι ανέβασα ένα ένα στην καρέκλα τα πόδια μου και σήκωσα με απόλυτη φυσικότητα τις κάλτσες μου.
ΑΘΗΝΑ, 15.ΙΙΙ.83
Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων, Τι παράξενα πράματα.

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του - τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος

Όταν "συναντιούνται" οι ποιητές
Γιάννης Ρίτσος - Κωνσταντίνος Καβάφης - Μαρία Πολυδούρη

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί το συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κι
εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του –
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος.»
Γιάννη Ρίτσου, Ο χώρος του ποιητή, από τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη
Ο Καβάφης πέθανε στις 29 Απριλίου 1933.

Στις 29 Απριλίου του 1930 πεθαίνει η Μαρία Πολυδούρη, σε ηλικία 28 χρονών.

...Αστραποβολούσε από ομορφιά, γλιστρούσε σα φως, τραγουδούσε μαγευτικά, και σε καθήλωνε όσο μιλούσε, καθώς η φωνή της διατηρούσε τη μελωδικότητα μιας σβήνουσας νότας. Οι τέλειες γραμμές του προσώπου της καταλήγανε σ' ένα μεγάλο φωτεινό μέτωπο και στον πιο ωραίο, τον πιο εκφραστικό λαιμό. Τα χέρια της τελειώνανε σε ολόλευκα και ήρεμα μακριά δάχτυλα. Το βάδισμά της δεν το άκουες. Δεν ήξερε το θόρυβο. Και τα χείλη της είχανεμια ανάγλυφη προέχταση, πάντα διψασμένη. Ένας παναισθησιακός τύπος, να τι ήταν η Μαρία Πολυδούρη. Αγαπούσε όλα τα στοιχεία, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής από τις πιο χαρούμενες και θορυβώδεις ως τις πιο μυστικιστικές κι ανείπωτες.(....) Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή.
Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της που 'ναι ακατάλυτες. Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει. Μα έτσι ή αλλιώς ζει όμορφα. Γιατί η ζωή της Πολυδούρη έχει τον ίδιο λυρισμό και το ίδιο πάθος που έχει και η ποίησή της. Και η ποίησή της πάλι, έχει τη σφραγίδα της ανυποταξίας ή αν θέλετε, της αναρχικότητας που 'χει η ζωή της. Και δραπετεύει από τη ζωή με την ίδια γενναιότητα που ζει. (.....)
Με τον Καρυωτάτη γνωρίζεται τον Απρίλη του 1922. Αυτός ο νέος που τίποτα δεν του αρέσει, θα συνεννοηθεί τέλεια μ' αυτήν την άπληστη που τίποτα δεν τη χορταίνει.
(....) Αλλά αν ο Καρυωτάκης πιστεύει πως η θέση του είναι στο πεθαμένο του βασίλειο, η Πολυδούρη αντίθετα θα επιμείνει με μια λυσσασμένη μανία για έναν κόσμο που δεν μπορεί παρά να 'ρθει, αφού υπάρχει κιόλας μέσα της. Και πιστεύει, πολύ σωστά, πως για να γίνει ένα σύνολο, μια κοινωνία και γενικά ένας κόσμος καλύτερος, πρέπει να ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας. Πώς να μην συγκλονιστεί λοιπόν ο Καρυωτάκης - που γεννήθηκε νικημένος - από μια γυναίκα που 'βαλε σε δοκιμασία την υποκρισία, τη βλακεία και την ανηθικότητα της εποχής της με μόνη τη λεβεντιά της να 'ναι ειλικρινής και γνήσια;
(Λιλή Ζωγράφου, Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, εκδόσεις Παπαζήση)
Στη Σωτηρία, το 1928, γνωρίζεται λίγο με το Ρίτσο και του αφιερώνει το ποίημα «Θυσία».

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Να με θυμόσαστε - είπε



Την ανάρτηση αυτή την οφείλω στην Ευαγγελία Στάμου, χωρίς τις πολύτιμες οδηγίες της οποίας δεν θα μπορούσα να την κάνω.
Ευαγγελία σ' ευχαριστώ πολύ και συχώρα μου τις όποιες αδυναμίες.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη


Αφιέρωμα :
"Nίκος Kαζαντζάκης: Eνας ελεύθερος άνθρωπος"
Στις 18 Φεβρουαρίου του 1883 γεννήθηκε ο Νίκος Καζαντζάκης...Aπό τη νεότητά του, η θεμελιακή αγωνία του, απ’ όπου πήγαζαν όλες του οι χαρές και όλες του οι λύπες, ήταν εκείνη η ακατάπαυστη, ανήλεη, εντός του, πάλη, ανάμεσα στη σάρκα και στο πνεύμα.Eτούτη η αφιονισμένη πάλη στάθηκε το καύσιμο του ταξιδιού του και του άνοιξε τους δρόμους μέσα από την ακάματη εργασία και το τάξιμο σε ένα ιδανικό, το ιδανικό της αλήθειας. «Πήρα πολλούς δρόμους για να φτάσω στη λύτρωσή μου», έλεγε λίγο πριν από το τέλος. «Πήρα το δρόμο του έρωτα, το δρόμο της επιστημονικής περιέργειας, της φιλοσοφικής έρευνας, της κοινωνικής αναγέννησης και, τέλος, το δύσκολο, γοητευτικό μονοπάτι της ποίησης».Tους πήρε όλους, πράγματι. Aλλά με μια λεπτομέρεια: μέσα από αυτούς τους δρόμους, δεν ολοκληρώθηκε απλώς ως ένας από τους πιο σπουδαίους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Aναδύθηκε ως η επιτομή του Λογοτέχνη. Eνας γίγαντας του πνεύματος και της γραφής. Mια περίπτωση μοναδική.
ΠΗΓΗ: www.inout.gr/showthread.php?t=22565 - 92k
Ένα πολύ μικρό απόσπασμα της «Οδύσσειας»

Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τ’ αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα.
Νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα,
κι από τα μαύρα νέφαλα χυνόταν
βαριά νεροποντή κι ολούθε ο μέγας
μας τυραγνούσε κεραυνός του Δία.
Στο φως μιας αστραπής, βιγλίζω απάντεχα
τον Οδυσσέα στη μέση του πελάγου,
γαλήνιο να κρατά το δοιάκι,
κατάματα στηλώνοντας τη μπόρα!
«Δυσσέα του κράζω, πας για την πατρίδα;
Πια μες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;»
Μ΄ αυτός, με το τιμόνι στην παλάμη
και τ’ αρμυρά δαγκώνοντας μουστάκια,
τήραε μακριά σκυφτός και δεν έστράφη!
Πληροφορίες για τα έργα του δείτε ΕΔΩ
Για κείμενα, συνεντεύξεις, ντοκουμέντα, άρθρα και οτιδήποτε σχετικό με τη ζωή του δείτε ΕΔΩ

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Οι πανάθλιοι τύραννοι

Επί ασπαλάθων

...."τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει
"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι".
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.
31 του Μάρτη 1971
Γιώργος Σεφέρης

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Η ΝΑΣΑ ...έπιασε με το φακό το "χέρι του Θεού"!

Την πανέμορφη φωτογραφία με το "κοσμικό χέρι" που προσπαθεί να φτάσει προς τα αστέρια μπόρεσε να συλλάβει με το φακό της η ΝΑΣΑ. Αν βάλετε και τη φαντασία σας να βοηθήσει λίγο θα δείτε τα δάκτυλα όπως σχηματίστηκαν από ένα αστέρι νετρονίων, γνωστό και ως πάλσαρ, το οποίο απελευθερώνει ενέργεια καθώς περιστρέφεται.
Αν και το ίδιο έχει μόνο 12 μίλια διάμετρο, το σύννεφο ή νεφέλωμα που παράγει εκτείνεται σε απόσταση 150 ετών φωτός στο διάστημα.
Η φωτογραφία πάρθηκε από το παρατηρητήριο Χάντρα της ΝΑΣΑ που βρίσκεται 360 μίλια πάνω από τη Γη και λαμβάνει εικόνες από τοποθεσίες υψηλής ενέργειας. Η φωτογραφία ονομάστηκε το "χέρι του Θεού" μετά από τη φωτογραφία "το μάτι του θεού" που πήραν Ευρωπαίοι αστρονόμοι το Φεβρουάριο που μας πέρασε. Το συγκεκριμένο πάλσαρ βρίσκεται 17.000 ετη φωτός μακριά από τη Γη.
Η ΝΑΣΑ πιστεύει ότι το συγκεκριμένο αστέρι γυρνάει γύρω από τον εαυτό του εφτά φορές το δευτερόλεπτο. Τα χρυσά κόκκινα στίγματα στη φωτογραφία είναι σύννεφα αερίου.
Το άρθρο αυτό ήταν δημοσιευμένο στο www.alfavita.gr
Telegraph.co.uk

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Γιάννης Ρίτσος, Ένα σχεδίασμα βιογραφίας

Σε αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη μορφή και με νέο εξώφυλλο επανεκ­δόθηκε από τα «Ελληνικά Γράμ­ματα» η μοναδική βιογραφία του Γιάννη Ρίτσου, με την υπογραφή της Αγγελικής Κώττη.



Το «Σχεδίασμα βιογραφίας» παρακολουθεί τη ζωή του ποιητή, «που πολύ τον τυράννησε» και την οποία εκείνος ευγνωμονούσε ακριβώς γι’ αυτό, επειδή του έδωσε «πολύ υλικό για την ποίησή του».
Η νέα έκδοση συμπίπτει με τον εορτασμό του έτους Ρίτσου, για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Ένα μεγάλο μέρος του υλικού του βιβλίου συγκεντρώθηκε όταν ο Γιάννης Ρίτσος ήταν εν ζωή και οφείλεται σε δικές του αφηγήσεις. Άλλο μέρος στηρίζεται σε γραπτές πηγές ή σε αφηγήσεις του ποιητή προς τρίτους. Τέλος, το υπόλοιπο υλικό προέρχεται από αφηγήσεις που έκαναν άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος του Ρίτσου προς τη συγγραφέα καθώς και από έρευνα αρχειακού υλικού.