Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Η Ιστορία πάει πλατεία

Tης Mαριαννας Tζιαντζη
Καθημερινή 6-2-2011

Οι πλατείες γιορτάζουν, οι πλατείες στενάζουν, οι πλατείες ματώνουν, οι πλατείες κάποτε αργοπεθαίνουν. Στις πλατείες ξετυλίγονται μικρές προσωπικές ιστορίες, εδώ δίνουμε τα ραντεβού μας ή φωτογραφιζόμαστε μπροστά στα μνημεία τους, αλλά έρχονται στιγμές που μια πλατεία γίνεται κομμάτι της μεγάλης Ιστορίας. Αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές στον τόπο μας, αυτό συνέβη το 1989 με την Τιενανμέν, αυτό συμβαίνει στις μέρες μας με την πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, αυτό θα συμβεί και σε πλατείες που ακόμα δεν ξέρουμε το όνομά τους.
Τι μορφή άραγε θα έπαιρνε η συγκλονιστική εξέγερση στην Αίγυπτο αν δεν ταυτιζόταν με αυτόν τον ιστορικό τόπο συνάθροισης; Aν δεν υπήρχε η Ταχρίρ, η Πλατεία της Απελευθέρωσης, κάποιος άλλος χώρος θα ήταν το ορατό επίκεντρο της εξέγερσης ή ίσως να υπήρχαν πολλά κέντρα. Το σίγουρο είναι ότι οι μεγάλες στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας γράφονται στις πόλεις και γράφονται από τους λαούς, ασχέτως με το πώς εκφράζεται η λαϊκή θελήση και το ποιοι και πώς την εκπροσωπούν.
Σύμφωνα με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς, η Ταχρίρ είναι ένα must για τους τουρίστες. Η Ταχρίρ είναι η «πιο αστικοποιημένη περιοχή» στο Κάιρο, λένε οι πολεοδόμοι, αλλά και η πιο καλά φυλασσόμενη, αφού εδώ και στους γειτονικούς δρόμους βρίσκονται τα μεγάλα δημόσια κτίρια, το Αιγυπτιακό Μουσείο, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τα γραφεία του κόμματος που (ακόμα;) κυβερνά. Εδώ χτυπά η καρδιά του τουρισμού, αλλά και της κρατικής γραφειοκρατίας, αφού μόνο στο κολοσσιαίο κτίριο Μογκάμα, το μεγαλύτερο κυβερνητικό κτίριο στην Αφρική (ένα τυπικό δείγμα μεταφυτευμένης αρχιτεκτονικής της σταλινικής περιόδου, δώρο της Σοβιετικής Ενωσης στην Αίγυπτο), εργάζονται 18.000 δημόσιοι υπάλληλοι!
Παρά τα εμπόδια που έθεσε το καθεστώς, η τεχνολογία των επικοινωνιών στάθηκε φιλική προς την εξέγερση. Ετσι, αυτές τις μέρες είδαμε την ιστορική πλατεία στους δορυφορικούς χάρτες της Google, σε εκατοντάδες φωτογραφίες, σε βίντεο στο Ιντερνετ και στην τηλεόραση, ακούσαμε τον ήχο των θωρακισμένων, τα συνθήματα και τα τραγούδια, διαβάσαμε και είδαμε γραπτά μηνύματα και εικόνες που ξεκινούσαν από την Ταχρίρ και με ταχύτητα αστραπής έκαναν τον γύρο του κόσμου. Είδαμε πλήθη ειρηνικά, είδαμε και πρόσωπα, άνδρες και γυναίκες, νέους και ηλικιωμένους, εύπορους και φτωχούς, αστυνομικούς, στρατιώτες, πολίτες. Πρόσωπα άφοβα, αποφασισμένα, χαρούμενα και κουρασμένα. Κυρίως όμως είδαμε ή μάλλον καταλάβαμε ότι κάτι νέο γεννιέται, κάτι νέο μπορεί να γεννηθεί, ακόμα και αν αυτό το κάτι μετατραπεί σε μια διαχειριζόμενη παραλλαγή του παλιού ή αν οι δυνάμεις του κλυδωνιζόμενου καθεστώτος οδηγήσουν σε αιματοχυσία και εμφύλιο σπαραγμό.
Το καλοκαίρι του 1957, στον απόηχο της κρίσης του Σουέζ, οι ναζιάρες «ντιζέζ» στα αναψυκτήρια της Αθήνας, αλλά και στα λαϊκά κέντρα πολλών μικρών πόλεων τραγουδούσαν «Είμαι Νάσερ και το κέφι μου θα κάνω / και θα ρίξω και μια μπόμπα παραπάνω», παραφράζοντας το πασίγνωστο τραγούδι του Χατζιδάκι, όπως θυμάται ένας καλλιτέχνης εκείνης της εποχής. Ακόμα και δίχως τηλεόραση, twitter, sms, Ιντερνετ και κινητά τηλέφωνα, αλλά μόνο με τις εφημερίδες και την τηλεόραση, οι άνθρωποι αφουγκράζονταν τα σκιρτήματα της Ιστορίας, δεν ήταν ξύλα απελέκητα ή ανενημέρωτα!
Ολοι τότε ήξεραν τον Νάσερ, όπως όλοι τώρα ξέρουν ή έμαθαν τον Μπουμπάρακ. Δεν ξέρουμε τα ονόματα των ηγετών της εξέγερσης, όμως ξέρουμε, μαθαίνουμε το όνομα και την ιστορία της πλατείας που τη φιλοξένησε. Κυρίως όμως η Ταχρίρ, την πρώτη εβδομάδα των κινητοποιήσεων, μάς υπενθύμισε ότι οι άνθρωποι μπορούν να δώσουν νόημα στον χώρο, στα κτίρια, στους δρόμους, στις πλατείες, ίσως και στη ζωή τους.