Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Το μήνυμα της αράχνης

Καθώς περιμένουμε τα τραγούδια των παιδιών μας να διαρρήξουν αυτή τη σκοτεινή εποχή, μπορούμε να ανατρέχουμε στους ποιητές μας που απ' τους δικούς τους δύσκολους καιρούς μας θυμίζουν:

Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος,
σ'ανασηκώνει πάνω απ'τον εαυτό σου,
ως την παραίσθηση και την τρέλα και την προφητεία,
και τη μοίρα-κι ακόμα ψηλότερα, ως τη δικαιοσύνη.
Και μυρμηδίζεις όλος από μνήμες και πράξεις κι οράματα
και βλέπεις κύματα-κύματα
τις γενιές νά'ρχονται απ'το βάθος του χρόνου
κι αιώνια να πλένουν τον κόσμο.
Κι οι ρόγες των δαχτύλων σου φουσκώνουν και πονάνε
σαν τις ετοιμόγεννες κοιλιές.
Και τότε καταλαβαίνεις τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο.
Και τους πόνους της γης για να γεννήσει ένα στάχυ.
Ή τους πόνους ολόκληρης της αιωνιότητας,
για να γεννηθεί κάποτε ένα τραγούδι.

(Από την "Καντάτα" του Τάσου Λειβαδίτη και η επόμενη μικρή διδακτική ιστορία:)

Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος πού'χε χάσει το πρόσωπό του, κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα.
Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε στον τοίχο.
Και τον ερώτησε: πού έχεις κρυμμένα τα όπλα;
Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν'απαντήσει,
έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του.
Και τότε τον χτύπησε. Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος πού'χε χάσει το πρόσωπό του και τον χτύπησε κι αυτός.
Κι οι άνθρωποι πού'χαν χάσει το πρόσωπό τους, ήσαν πολλοί.
Και ξημέρωσε. Και βράδιασε.
Ημέρες σαράντα.
Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του.
Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της.
Και κάθε μέρα τής τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας.
Κι εκείνη ξανάρχιζε κάθε μέρα.
Και τής τον χάλαγαν πάλι.
Κι άρχιζε ξανά.
Εις τους αιώνας των αιώνων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου